Τι είναι ο Ιατρικός Βελονισμός

Ο Bελονισμός είναι μια μορφή Εναλλακτικής Ιατρικής και βασικό συστατικό της Παραδοσιακής Κινεζικής Ιατρικής (Traditional Chinese Medicine).

Ο όρος Βελονισμός (στην Ελλάδα συναντάται και ως Ιατρικός Βελονισμός διότι επιτρέπεται η άσκησή του μόνο από ιατρούς) αναφέρεται στην εισαγωγή των ειδικών βελονών σε συγκεκριμένα σημεία του ανθρωπίνου σώματος με σκοπό τη θεραπεία συμπτωμάτων/νόσων, την πρόληψή τους και τη διατήρηση της υγείας.

Αφορά σε μια ιατρική  τεχνική, μη φαρμακευτική, με αναλγητική και θεραπευτική δράση.

Ο Βελονισμός έχει αποδειχθεί ασφαλής όταν εφαρμόζεται από άρτια εκπαιδευμένους Ιατρούς-Βελονιστές  μετά από πλήρη εξέταση και διάγνωση καθώς και τήρηση των κανόνων ασφαλείας και δεοντολογίας.

Μηχανισμός Δράσης του Βελονισμού

Ο Βελονισμός είναι μια περιφερική ιστική διέγερση που μεταδίδεται στο (Κεντρικό Νευρικό Σύστημα) ΚΝΣ  και περιγράφεται με την νευροφυσιολογία. Ο Βελονισμός ως μέθοδος περιφερικής αισθητικής διέγερσης (νευροδιέγερσης), προκαλεί αλλαγές που αφορούν στην αισθητικότητα, την   διεγερσιμότητα , την  λειτουργία  του  αυτόνομου  νευρικού    συστήματος, τα επίπεδα ορμονών και την ανοσολογική απάντηση, με θεραπευτικό στόχο τις αλλαγές σε επίπεδο εγκεφαλικών πυρήνων , νευρικών αξόνων και λειτουργικών νευρωνικών δικτύων.

Σε πρόσφατες μελέτες σχετικά με την επίδραση του Βελονισμού στην διέγερση του εγκεφάλου με τη βοήθεια της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφία fMRI και της τομογραφίας με εκπομπή ποζιτρονίων PET διαπιστώθηκαν τα εξής: μεγάλες και συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται, όταν εφαρμόζεται Βελονισμός σε ορισμένα σημεία στον άνθρωπο και στα ζώα.

Είναι ιατρικά αποδεκτός ο Βελονισμός;

Ο Βελονισμός έχει καθιερωθεί διεθνώς σαν ένα ολοκληρωμένο θεραπευτικό σύστημα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO – World Health Organization) έχει αναγνωρίσει τον βελονισμό ως ιατρική θεραπευτική μέθοδο με πλήθος ενδείξεων. Το 2010 η UNESCO συμπεριέλαβε τον βελονισμό στον Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.

Ιστορικό

Ο Βελονισμός ξεκίνησε     από  την    Κίνα ως μία από  τις  θεραπευτικές μεθόδους της Κινέζικης Ιατρικής εκείνης της εποχής, ενταγμένη στη γνωσιακό και φιλοσοφικό σύστημα τους. Στο δυτικό κόσμο ήρθε περί τα τέλη του 1600 στην Ευρώπη και από εκεί στον υπόλοιπο κόσμο. Η εφαρμογή του Ιατρικού βελονισμού θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά́ στην Ευρώπη το 1951 και συγκεκριμένα στη Γερμανία από τη Γερμανική Ιατρική Εταιρεία και έκτοτε έχει εκπαιδεύσει πάνω από 10.000 ιατρούς όλων των ειδικοτήτων.

Στην χώρα μας υπολογίζεται ότι έχουν εκπαιδευθεί περί τους 1500 ιατρούς, ενώ η μέθοδος εφαρμόζεται από Ιατρούς Βελονιστές σε κέντρα πόνου 23 Νοσοκομείων σε όλη την επικράτεια. Η θεραπεία καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία των Δημοσιογράφων (ΕΔΟΕΑΠ) και της Τραπέζης της Ελλάδος και από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.

Ποιες είναι οι ενδείξεις του Ιατρικού Βελονισμού;

Μια επισκόπηση των επιστημονικών αποδεικτικών στοιχείων με βάση δημοσιευμένες κλινικές μελέτες όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με Βελονισμό οδήγησε τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) στη σύνταξη καταλόγου για την κατηγοριοποίηση των παθήσεων στις οποίες έχει αποτέλεσμα η θεραπεία με Ιατρικό Βελονισμό:

  • Παθήσεις, συμπτώματα ή καταστάσεις όπου ο Βελονισμός έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία μέσω κλινικών μελετών.
  • Παθήσεις, συμπτώματα ή καταστάσεις όπου τα αποτελέσματα των θεραπειών με Βελονισμό είναι εμφανή πλην όμως απαιτείται περαιτέρω κλινικός έλεγχος.
  • Παθήσεις, συμπτώματα ή καταστάσεις για τις οποίες υπάρχουν μεμονωμένες δοκιμές ελέγχου που δείχνουν κάποια θεραπευτικά αποτελέσματα αλλά η θεραπεία με βελονισμό αξίζει να δοκιμασθεί διότι οι συμβατικές και οι άλλες θεραπείες έχουν φτωχό ή μηδενικό αποτέλεσμα.
  • Παθήσεις, συμπτώματα ή καταστάσεις για τις οποίες δύναται να εφαρμοσθεί ο Βελονισμός, εφόσον ο Ιατρός – Βελονιστής κατέχει εξειδικευμένες ιατρικές γνώσεις και επαρκή μηχανισμό παρακολούθησης.

Η έρευνα όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα του Βελονισμού σε μη επιβεβαιωμένες νέες παθήσεις, συνεχίζεται με εντατικούς ρυθμούς. Η αύξηση των κλινικών μελετών με τη συμμετοχή μεγάλων πληθυσμιακά ομάδων κρίνεται απαραίτητη.